Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Κύκλος

Λέξεις.
Που χρειάζονται.
Που δεν χρειάζονται
Που τις υποθέτεις.
Που διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές.
Που δεν ακούς ποτέ  από κάποια χείλη-μα θέλεις τόσο (απλοϊκά και απλά).
Που βρίσκουν στόχο κατευθείαν  μέσα σου ακόμα κι αν τις εκφέρουν χωρίς σκοπό.

Και Σιωπή.
Που μιλάει τόσο δυνατά, όσο και μια Αφόρητη Απουσία.
Σαν ακατάσχετη φλυαρία κενού-εκείνη που ξυπνάς και την έχεις γεμίσει με τα όνειρά σου, αυτά τα παρανοϊκά κι ασύνδετα δήθεν. Εκείνα που είναι εκεί για να γεμίζουν τα κενά και να θυμίζουν επώδυνα τη σιωπή.

Και Άγγιγμα.
Που ταξιδεύει όλα τα πιο πάνω σε δεκτικά ή μη σώματα. 
Που ανάλογα θα ριγήσουν, θα λυγίσουν, θα ξενίσουν.
Σε άφοβες ή φοβισμένες ψυχές. 
Που ανάλογα, θα αρμενίσουν ή θα οχυρωθούν σε κάστρα χωρίς κερκόπορτες-κλαίγοντας με λυγμούς ή χωρίς αυτούς.

Και Μυρωδιά.
Της Λεβάντας ένα άρρωστο ανοιξιάτικο απόγευμα σαν το σημερινό.
Που κομμένη πάνω στο γραφείο περιμένει το Νερό της.
Της Αγάπης που δεν έχει λόγια γιατί δεν τα  χρειάζεται.
Και του Έρωτα που μυρίζει αμείλικτο χάος.

Και Βλέμμα.
Αυτό που φοβάσαι μη διαβάσουν. 
Αυτό που αποφεύγεις για να μην δουν πίσω από την κουρτίνα την Αλήθεια.

Ότι έχεις τόσες Λέξεις, τόσες  Σιωπές, τόσα Αδέσποτα Αγγίγματα, τόσα Αρώματα που γεμίζουν ενέργεια για να φύγει κανείς τόσο μακριά ή για να φωταγωγήσει ολόκληρη την πόλη μέσα του. Κι έξω του.

Αλλά ακριβώς, μιας και φοβάσαι ότι θα ή δεν θα, γυρνάς σε αέναο κύκλο γύρω από τις Λέξεις, τις Σιωπές, τα Όνειρα, τ' Αδέσποτα Αγγίγματα, τις Μυρωδιές και το Βλέμμα σου.

Χαμογελώντας, συχνά.