Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανα-μνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανα-μνήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Πρόθυμος Να με Καθρεφτίσει


Τι με έπιασε απογευματιάτικα να ακούσω Modern Talking;
Αυτό το απροσδιόριστο συγκρότημα, με τα απροσδιορίστου φύλου μέλη με αγέρωχες φράντζες και ενδυματολογικά τερατουργήματα; Αυτό το συγκρότημα που όταν ακούγεται στα πάρτυ το πλήθος σύσσωμο αλαλάζει "ΜΠΡΟΔΕΡ ΛΟΥΙ ΛΟΥΙ ΛΟΥΙ!";Ο μελαχροινός Modern Talking τώρα που τον ξαναβλέπω μου θυμίζει το παγωμένο και σνομπ βλέμμα της αχώνευτης συγκατοίκου της κολλητής μου, της Τζούλης και με πιάνουν γέλια.

Προφανώς με έχει πειράξει η κλεισούρα στο σπίτι. Προφανώς πρέπει να βγω. Και θα το κάνω, οπωσδήποτε. Η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη,καθότι δεν έχουμε απόκριες για να με δικαιολογήσω και επίσης δεν μπήκα ακόμη στη μηχανή του χρόνου.Αλλά μέχρι να βγω από το σπίτι βάζω στο Youtube, πρώτα για το You Can Win If You Want, που είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο χαζοτράγουδο.

Ακούω προσπαθώντας να μην φέρνω στο μυαλό μου εικόνες της εποχής εκείνης, όχι γιατί είναι πολύ μακρινή, το μακρινό είναι σχετικό πάντα, αλλά γιατί το τώρα είναι πάντα το ζητούμενο. Δεν τα καταφέρνω όμως αφού το επόμενο τραγούδι στα δεξιά της οθόνης με καλεί να ακουμπήσω το βελάκι πάνω του και να κάνω ένα γενναίο δεξί κλικ. Και το κάνω.


Atlandis is calling, S.O.S for love και ένα περασμένο καλοκαίρι έρχεται μπροστά στα μάτια μου. Είναι μαγικό πώς η μουσική και τα αρώματα σε γυρίζουν τόσο πίσω όσο καμία διήγηση και φωτογραφία δεν μπορεί.

Θα πας στα ξαδέλφια σου,αποφασίζει η μητέρα μου και με πακετάρει για Ρόδο. Χρυσή εποχή τότε εκεί, ξαπλώστρες και φίσκα στους τουρίστες να μεθοκοπούν στην Παλιά Πόλη με αγνότητα που σήμερα δύσκολα πιστεύεις ότι υπήρξε. Water Slides στο Φαληράκι, κοκτέιλ στα καφέ των ξενοδοχείων, σαμπό και ανεμελιά στις παραλίες. Το Ενυδρείο γεμάτο κόσμο και κάπου εκεί κι εγώ να τοποθετώ δύσκολα την ψάθα μου παρατηρώντας έκπληκτη τον κόσμο των ενηλίκων στον οποίο θα ανήκω σε μερικά χρόνια.

Οι εξαδέλφες δουλεύουν σε ρεσεψιόν ξενοδοχείου και παίρνουν πού και πού κι εμένα μαζί να κάνω εξάσκηση στα Αγγλικά μου, μέχρι να έρθει να με πάρει για βόλτες και μπάνια ο συνομήλικος ξάδελφος. Το ξενοδοχείο είναι γεμάτο με κατάξανθα κεφάλια που με δυσκολία προσπαθούν να αρθρώσουν το "Καλημέρα-Καλησπέρα" στις Ελληνίδες ρεσεψιονίστ. Όταν μας βλέπουν στο καφέ μας καλούν στα τραπέζια τους και ξαφνικά, από την απόλυτα άχαρη και μοναστική πρώιμη εφηβεία μου βρίσκομαι ανάμεσα σε ευρωπαίους φίλους διαφόρων ηλικιών. Ανάμεσα σε οικογένειες ατίθασα μωρά με υπέροχες κόκκινες φακίδες, σε δίμετρες καλλονές που εντείνουν την εβηφική μου ανασφάλεια και σε νέους άντρες που παραγγέλλουν μπύρες σχεδόν από το πρωί.

Δεκαπέντε ημέρες είναι αυτές που θα μείνω στη Ρόδο και μέσα σ' αυτές έχω γνωρίσει το μισό ξενοδοχείο. Μαζί και ο εξάδελφος που κυριολεκτικά έχει αγαθιάσει από τα κάλλη των Βορείων Γυναικών. Σιγά σιγά διαμορφώνεται μια πιό σταθερή παρέα με τους Ισλανδούς τουρίστες, που είναι πολύ απλοί, ευθείς και προσιτοί. Κανονίζουμε και πηγαίνουμε για μπάνιο όλοι μαζί τα πρωινά, για καφέ το απόγευμα και συχνά-πυκνά με τη συνοδεία της μεγαλύτερης εξαδέλφης σε κάποια disco στην Ιξιά.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν θυμάμαι πώς με προσέγγισε ακριβώς ο πρώτος και (μέχρι σήμερα τελευταίος) μεγαλύτερος από μένα άντρας της ζωής μου. Ήταν 20 χρονών, είχε έντονα πράσινα μάτια, όμορφο δεν τον έλεγες, είχε ένα παράξενο όνομα, Φούζι, και ίσια ξανθά μαλλιά. Έκανε παρέα με τον Άρνι, που η μεγαλύτερη εξαδέλφη μου επέμενε να τον φωνάζει Αρνί, και άλλους τρεις συνομήλικους φίλους που καθόλου δεν ανακαλώ τα Ισλανδικά τους ονόματα. Θυμάμαι όμως ξεκάθαρα τη φιλικότητά τους, τα καθαρά τους πρόσωπα, τα δυνατά τους γέλια. Την ευκολία για την οποία μιλούσαν για τη ζωή τους στην Ισλανδία, τα επαγγέλματά τους, που ήταν ή ξυλουργοί ή ψαράδες και τις άπειρες ποσότητες μπύρας που κατανάλωναν ευτυχισμένα.

Ο Φούζι ήταν κι αυτός ψαράς. Και από την Ισλανδία. Καθόλου ρομαντικό επάγγελμα και καθόλου κοντινή χώρα για ρομάντζα.Κι εγώ άπειρη και άχαρη έφηβη. Αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο, μου έλεγε πώς περνούν στην καθημερινότητά τους εκεί, πόσο τυχερούς μας έβρισκε εδώ με τον τόσο ευλογημένο καιρό, αλλά όχι, δεν θα άφηνε εύκολα τη χώρα του. Μου μιλούσε για την κοινωνία, πόσο διαφορετικά δομημένη είναι, για τα λίγα επαγγέλματα με τα οποία μπορούσαν να ασχοληθούν οι νέοι και για τις γυναίκες τους που γύρω στα 12 θεωρούνται σχεδόν ενήλικες και λίγο μετά απόλυτα χειραφετημένες. Στην παρέα είχαμε και δυό -τρεις κοπέλες γύρω στα 14-15 που είχαν έρθει στην Ελλάδα χωρίς τους γονείς τους και επιβεβαίωναν τα λεγόμενά του. Ήταν απόλυτα ελεύθερες αλλά δεν έδειχναν καθόλου ανόητες.

Το τέλος του Αυγούστου και των διακοπών πλησίαζε. Έπρεπε να μαζευτώ στην Αθήνα για τα σχολεία και την καθημερινότητά μου κι οι Ισλανδοί φίλοι έπρεπε να γυρίσουν στην κανονική τους ζωή.Η κλασσική μαύρη σκιά της θλίψης άρχισε να με ακολουθεί σαν σύννεφο πάνω από το κεφάλι, μέχρι που μια αστραπή τη διέλυσε : ο Φούζι αποφάσισε να με φιλήσει. Ήταν νύχτα σε μια από τις ντίσκο της πόλης και έπαιζε το Atlandis is Calling. Δεν θέλησα ποτέ να μάθω τα σχόλια των ξαδελφών μου, αδιαφόρησα. Έζησα αυτή τη χαρά όπως αρμόζει πάντα στις χαρές, σαν να μην υπήρχε αύριο.

Δύο εικοσιτετράωρα μετά περπατούσα στην παραλία του Ενυδρείου μόνη κοιτάζοντας συχνά το όνομα στα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού: Fusi. Μου το έγραψε
με ένα χοντρό μαρκαδόρο λίγο πριν φύγουν για το αεροδρόμιο, χαμογελαστός με τα πράσινα μάτια του συγκινημένα, μα αισιόδοξα. Με τα σπασμένα αγγλικά που συνεννοούμασταν μου εξήγησε ότι δεν πρέπει να λυπαμαι γιατί θα με θυμάται πάντα. Εγώ έκλαψα. Δεν είπα τίποτα παραπάνω. Αλλάξαμε διευθύνσεις, αλλά μου ξεκαθάρισε ότι δεν τα πάει καλά με την αλληλογραφία Και αποχαιρετήθηκαμε.

Δεν έχει σημασία πόσα χρόνια πέρασαν. Η ανάμνηση του υπάρχει πάντα σε έναν τόπο μέσα μου και ξεδιπλώνεται γενναιόδωρα όποτε τύχει να ακούσω αυτό το κομμάτι. Μια φωτογραφία σε ένα παλιό μου άλμπουμ δεν αφήνει τη μορφή να ξεθωριάσει, αλλά κι αυτό είναι δεύτερο. Αυτό που με κάνει να συγκινούμαι είναι η νοσταλγική αντίδραση μου στον ήχο της μουσικής. Και δεν νοσταλγώ ακριβώς αυτόν, μα τον εαυτό που είχα τότε και που μόνο μέσα από τους ανθρώπους που γνώριζα ανασυνθέτω. Μέσα από τους ανθρώπους που υπήρξαν ευγενικοί καθρέφτες για να μην ξεχάσω ποια ήμουν.

Ελπίζω να έκανα κι εγώ το ίδιο γι' αυτούς επιτυχημένα. Και όποτε με κοιτάζουν να μου γνέφουν ένα τρυφερό "γεια".





Υ.Γ. Μετά από πολλά χρόνια έμαθα ότι η λέξη Fusi σημαίνει Πρόθυμος...
Χαιρετίσματα
στη μακρινή Ισλανδία.



Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Ας Κρατήσουν Οι Χοροί


"Συνειδητοποιούσε τα πράγματα εκ των υστέρων, όπως οι ποιητές"

Συχνά-πυκνά, σκοντάφτεις πάνω σε φράσεις που μέλλει να γίνουν, κατά μία έννοια, εγχειρίδια της ίδιας σου της ζωής. Μπορεί να τις διαβάσεις σε έναν τοίχο καθώς γυρίζεις με το λεωφορείο από τη δουλειά, μπορεί να ξεπηδήσουν από το βιβλίο που έχεις για νανούρισμα δίπλα στο κρεβάτι σου ή να στις πει κάποιο ανύποπτο, φωτισμένο πρόσωπο. Και να μείνουν εκεί.

Η συγκεκριμένη αγνοώ πιά πότε έγινε σημείο αναφοράς μου. Ίσως να ήταν στο βιβλίο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ "Φωτιές", αλλά πάλι δεν είμαι σίγουρη. Ωστόσο από την πρώτη ανάγνωση οι τυπωμένες λέξεις αιωρούνται μόνιμα γύρω μου. Με μια προειδοποιητική χροιά απαξιώνουν τους ποιητές ως προς το ετεροχρονισμένο της συνειδητότητάς τους και μου υπενθυμίζουν κουνώντας μου το νοητό τους δάχτυλο να είμαι Εδώ-Παρούσα-Τώρα.

Και με αυτήν την Πυξίδα στο μυαλό, βρίσκομαι τέλη Δεκεμβρίου του 2003 να παρακολουθώ με επιφύλαξη, θυμάμαι, τις προσπάθειες της χώρας μας να αντεπεξέλθει στην τεράστια πρόκληση των Ολυμπιακών Αγώνων. Φωνές απαισιόδοξων και σκεπτικιστών μας ζαλίζουν διαρκώς με αφορισμούς και αρνητικές πιθανολογήσεις, θα αποτύχουμε, θα γίνουμε ρεζίλι, δεν θα τα καταφέρουμε σε οικονομική συσκευασία, σε καθημερινή βάση και σε διάφορα τηλεοπτικά παράθυρα. Εργαζόμενοι φίλοι στον Αθήνα 2004, κομμάτια από την υπερπροσπάθεια και την κούραση διστάζουν να κάνουν προβλέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι. Και οι εκκλήσεις για εθελοντές να συνεχίζονται διαρκώς από τα ΜΜΕ.

Αποφασίζω αρχικά να κάνω αίτηση σε θέση για εξυπηρέτηση θεατών στην Ενόργανη ή στη Ρυθμική. Αρκετοί από τον περίγυρό μου με αντιμετωπίζουν ως ανόητη ή κορόιδο που θα σπαταλήσω ώρες απλήρωτης εργασίας για "μια διοργάνωση πολυεθνικών εταιρειών". Το μόνο που ξέρω είναι αυτό που νοιώθω: θέλω να βοηθήσω τη χώρα μου. Ρομαντικά, ανόητα, με ενθουσιασμό, θέλω να βοηθήσω την χώρα μου τώρα που με έχει ανάγκη και δεν με ενδιαφέρει πού θα πάνε οι επιδοτήσεις και τα χρήματα και ποιός θα καρπωθεί την προσφορά μου αυτή.

Η συνέντευξη δεν αργεί. Βασικές ερωτήσεις στα γραφεία του Αθήνα 2004, φωτογράφηση και εν αναμονή για το αν θα μου προσφερθεί η θέση. Τον ίδιο καιρό, αόριστα θυμάμαι ένα διαφημιστικό σποτ να καλεί εθελοντές για τις Τελετές Έναρξης και Λήξης σε δεύτερο γύρο ακροάσεων.Φαντάζομαι ότι ζητούν επαγγελματίες χορευτές και σε πρώτη φάση ούτε που το σκέφτομαι. Με παρότρυνση όμως φίλων αποφασίζω να στείλω το "βιογραφικό" μου και να περάσω από την audition.

Φεβρουάριο μας καλούν στο αθλητικό κέντρο Δαΐς των εκπαιδευτηρίων Δούκα. Δεν έχω ξαναπεράσει από ακρόαση και ιδίως για κάτι τόσο μεγάλο και μου κάνουν εντύπωση τα πάντα: η οργάνωση, το κέφι, τα χαμόγελα και η ελπίδα του κόσμου. Με το που μπαίνουμε μας παίρνουν μέτρα και μας φωτογραφίζουν Και κατόπιν μας χωρίζουν σε γκρουπάκια των έξι και μας διδάσκουν μια μικρή χορογραφία. Έχουμε περίπου ένα τέταρτο να την μελετήσουμε και μετά στεκόμαστε μπροστά από την ευγενικότατη κριτική επιτροπή για να την εκτελέσουμε. Πριν ξεκινήσουμε το μικρόφωνο περνάει από χέρι σε χέρι. "Μην μας πείτε ότι θέλετε να συμμετάσχετε στις Τελετές" μας λένε χαμογελώντας "Πείτε μας το όνομά σας και κάτι για εσάς". Οι περισσότεροι είπαν τα ακόλουθα : "Είμαι ο/η τάδε ΚΑΙ ΘΕΛΩ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΩ ΣΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ! ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΕΤΕ!".
Φεύγω με ενθουσιασμό και ελπίδα για την συμμετοχή...


Μέσα Απριλίου έρχεται η απαντητική επιστολή. Την ανοίγω με νευρικότητα και διαβάζω:
Εθελοντής Ερμηνευτής στην Τελετή Λήξης.



Και κάπως έτσι ξεκινάει το εθελοντικό μου ταξίδι στη διοργάνωση των Τελετών των Ολυμπιακών Αγώνων. Στη μέση του Ιουλίου βρίσκομαι να συμμετέχω και στην Τελετή Έναρξης ως Συνοδός Αθλητών και έτσι, τελικά, παρακολουθώ και τις δύο τελετές εκ των έσω. Ανταλλάσσω ατελείωτες ώρες πρόβας, ορθοστασίας και ντάλα ήλιου στο κεφάλι με τις απίστευτες εικόνες, τους φίλους, τις αναμνήσεις και αυτό το αίσθημα της υπερηφάνειας για την Ελλάδα που, δυστυχώς, από τότε δεν θυμάμαι να ξανάζησα.





Χθες βρέθηκα στο Γουδή.Ένα μήνυμα στο κινητό από το Υπουργείο Πολιτισμού με ενημέρωσε ότι θα γινόταν ένα πάρτυ για τα εγκαίνια της Έκθεσης προς τιμήν των εθελοντών των Τελετών. Η έκθεση θα περιείχε μερικά από τα αντικείμενα που πρωταγωνίστησαν στην Τελετή Έναρξης, όπως τον Κένταυρο, τον Κύβο που επάνω του ισορροπούσε δειλά ο πρώτος σκεπτόμενος άνθρωπος, παραδοσιακές στολές και κομμάτια από την Κλεψύδρα.

Ώρα 9.00 μ.μ. που έφτασα αυτό που αντίκρισα ήταν τα απομεινάρια του πάρτυ. Αρκετό κόσμο που μασουλούσε ό,τι είχε απομείνει από το σεβαστό catering και έπινε τα προσφερόμενα δωρεάν ποτά. Ο dj να παίζει ευχάριστη αλλά καθόλου σχετική με το θέμα μουσική και τα εκθέματα σε μία πολύ μικρή αίθουσα για να χωρέσει εκείνο το μεγαλείο. Τα ονόματά μας αναρτημένα σε μεγάλες αφίσες, τέσσερις οθόνες με βίντεο από τα παρασκήνια των ακροάσεων και της τελετής, και μερικά από τα ιστορικά πιά αντικείμενα.

Ένα κάποιο αίσθημα "
κατάνυξης" που πήγε να με συνεπάρει εξαφανίστηκε όταν αντίκρυσα επισκέπτες να ανεβαίνουν πάνω στα εκθέματα (!!) για να τους φωτογραφίσουν οι φίλοι τους. Μέχρι και μητέρα με το μωρό της που μόλις περπατούσε (!!) είδα να ανεβαίνει στην εξέδρα που είχαν τοποθετήσει τον Κύβο με τον μηχανισμό του. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην φωνάξω ότι η παιδεία και η αγωγή ξεκινάει από την κοιλιά της μάνας, πόσο μάλλον τώρα που το παιδί σας περπατάει!

Δεν έμεινα περισσότερο. Το Παρόν έλεγε ότι γυρίσαμε στα καθημερινά μας ελληνικά δεδομένα και ξεχάσαμε την όποια υπέρβαση είχαμε κάνει τότε. Η έκθεση ήταν μια φτωχή προσπάθεια να σωθούν κάποια από τα εκθέματα που όπως γράφτηκε και πρόσφατα σε ημερήσια εφημερίδα και ανέφερε και ο maximus σε πρόσφατη ανάρτηση μέχρι πρότινος ήταν κλεισμένα σε αποθήκες με αμφίβολη συντήρηση και ασφάλεια. Από το τίποτα, φυσικά, ήταν μια προσπάθεια. Ωστόσο, έχοντας ζήσει όλα αυτά μου φάνηκε ανεπαρκής...

Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να μας συσπειρώσει και να μας αφυπνίσει πάλι όπως τότε. Αυτό που γνωρίζω με σιγουριά είναι πως στο βάθος οι περισσότεροι από εμάς διψάμε για έναν ανώτερο σκοπό. Και ότι δυστυχώς, η πολιτεία, όπως και σε πολλά άλλα, αυτήν την δημιουργική δίψα των εθελοντών του 2004 δεν την αξιοποίησε ποτέ. Ο,τι έγινε έγινε, κλείστηκε σε κουτιά και καταγράφηκε απλά για τις επόμενες γενιές συμπυκνωμένο στην τόσο κλισέ φράση "άμα θέλουμε οι Έλληνες μπορούμε". Χωρίς καμία συνέχεια όμως...
Δυστυχώς, οι Χοροί δεν κράτησαν...







Υ.Γ. 1 Απόσπασμα από το τότε ημερολόγιο-σημειωματάριο που χάρισαν σε όλους τους εθελοντές μαζί με το αναμνηστικό κουτί.

(με τυπωμένα γράμματα)Ξεχωριστές στιγμές
(με δικά μου γράμματα)...όλες!
Αυτό το ημερολογιάκι δεν θα έπρεπε να ξεκινά από τις 13 Αυγούστου 2004.
(το ημερολόγιο ξεκινούσε από 13-08) Όλοι εμείς οι εθελοντές των τελετών έναρξης και λήξης (ή σχεδόν όλοι) έχουμε μπει στο κλίμα της γιορτής από τον Φεβρουάριο του 2004, που μας κάλεσαν στην audition, στο κέντρο Δαΐς των εκπαιδευτηρίων Δούκα. Κι ύστερα είναι και οι πρόβες...από την πρώτη μέχρι αυτή που είχα λίγες ώρες πριν γράψω αυτές τις γραμμές. Και μέχρι την τελευταία στις 27-8...

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2004 Πρώτη πρόβα στο ΟLCK2 (Ασπρόπυργος)
Καθ' οδόν με το πούλμαν που μας μάζεψε από την Εθνική Άμυνα γράφω: "ώρα 17.47. Είχα πολύ καιρό να μπω σε πούλμαν. Σαν να πηγαίνω εκδρομή με το σχολείο. Ανάμεσα σε μάλλον μικρές ηλικίες. Βλέπω κάτι χωράφια..." Η πρώτη επαφή με τις πρόβες ήταν μάλλον απογοητευτική, τουλάχιστον αρχικά. Διαπίστωσα με λύπη ότι αυτό που ήταν ο ρόλος μου δεν είχε καμία σχέση με χορό, πόσο μάλλον με μπαλέτο. Η αναμονή μέχρι να πάρουμε νούμερο και να μας πουν τα προκαταρκτικά (πού καπνίζουμε, τι κάνουμε αν δεν νοιώσουμε καλά κλπ) δεν μου ήταν καθόλου δυσάρεστη αφού από τη μία είχα ανακαλύψει όλως τυχαίως την Δ.Ζ. μετά των λοιπών φιλενάδων της και από την άλλη είχα ανυπομονησία για το τι θα κάνουμε. Το ερωτηματικό απαντήθηκε όταν μας παρέταξαν έξω σε σχήμα σπείρας και μας έβαλαν να δεματιάσουμε σε δεμάτια των 60 τεμαχίων ομοιώματα σταχυών, να τα σηκώσουμε στους ώμους και να τρέξουμε με μουσική υπόκρουση Ζορμπά. Εκτός του ότι τα χέρια μας σκίστηκαν από τα σιδερένια στάχυα, πιαστήκαμε και ολόκληροι από το βάρος τους. Προσωπικά με είχαν ήδη χτυπήσει τα παπούτσια και ο πόνος ήταν διπλός (πού να φανταζόμουν πώς το πανηγύρι θα είχε συνέχεια όταν η Εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου κέρδισε την Τσεχία και κατέβηκα ΚΑΙ στην Ομόνοια μετά!!). Εκείνη την ημέρα γνώρισα την Αργυρώ (Θ 78) και ανταλλάξαμε δυό κουβέντες . Από φαγητό είχαμε μπισκότα πτι μπερ και χυμό αμίτα motion.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2004, πρώτη πρόβα υπεύθυνων παράταξης αθλητών
ΟLCK2 (Ασπρόπυργος)
Καθότι η Ελλαδάρα κέρδισε στις 4/07 ευρωπαϊκό κύπελλο ποδοσφαίρου και καθότι το είχα κάνει τάμα ότι αν κερδίσουμε θα πάω και στους υπεύθυνους παράταξης αθλητών, βρέθηκα στην πρώτη πρόβα και αυτού του κομματιού. Εκ των υστέρων που το σκέφτομαι, λίγες ημέρες πριν την τελετή έναρξης (και μάλιστα την ημέρα της γενικής πρόβας 10-08) είμαι τόσο ευτυχής που υπέκυψα στις παρακλήσεις του Νταγκ, του Αυστραλού σκηνοθέτη της παρέλασης και της άλλης της κατά τα άλλα κατσικομούρας, υπεύθυνης για τους θεριστές. Θα είχα χάσει πολλά. Δεν θα είχα γνωρίσει τόσα παιδιά και κυρίως αυτά της ομάδας μου, αλλά και δεν θα ήμουν κομμάτι της Έναρξης που μπορώ να βεβαιώσω ότι θα είναι κάτι το Συγκλονιστικό...



Υ.Γ.2
Αυτή η Ανάρτηση αφιερώνεται με πολύ αγάπη στους
_Βασίλη από Λάρισα
_Αργυρώ από Κύπρο
_Μαρία, Αναστασία, Φραγκίσκο, Χριστίνα, Ειρήνη, Μιχάλη, Μαρία, Ελένη και Ηρώ.
Παιδιά, όπου και να είστε σας θυμάμαι πάντα!