Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Χορεύεται

Θέλω να χορέψουμε.
Ένα κομμάτι που δεν χορεύεται μα εμείς θα το κάνουμε να.

Να με κρατήσεις έτσι απλά στην αγκαλιά σου και να κινηθούμε.
Να διαγράψουμε κύκλους, ημικύκλια και όχι ευθείες στο παρκέ. 
Στο μάρμαρο.
Στο χώμα.
Στο χορτάρι.


Η δροσιά κι η σκόνη της  νύχτας να είναι ο μετρονόμος μας. 
Κι ο νυχτερινός μα φωτεινός ουρανός να στέλνει σήματα των όσων δεν λέμε σε άλλα ηλιακά συστήματα.
Εκεί, λέει, ξέρουν να διαβάζουν.
Θα βάλουν σε μια ιστορία αυτό το χορό και τόσους άλλους και θα γίνει ένα βιβλίο ή κάτι άλλο.
Κάποιος θα το κρατάει στα χέρια του και θα ταξιδεύει πίσω σε εμάς ο αναστεναγμός του.


Και μ' αυτό το ταξίδι, τη μουσική του αναστεναγμού, εμείς θα χορεύουμε.


Σ΄εκείνο το παράλληλο σύμπαν των εξωγήινων "θέλω" θα είμαστε για πάντα πρωταγωνιστές.








Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

"Παίζω" μουσικές.
Όπως έπαιζα μικρή παιχνίδια.

Όπως ανέβαινα στο ποδήλατο, με τον αέρα να μου χτυπάει το πρόσωπο.

Όπως όταν παραπατούσα, έπεφτα,κι έμενα μετά ακίνητη, παρατηρώντας το αίμα να τρέχει από την πληγή.  
Την πληγή να  αναπνέει, να ανοίγει, να κλείνει σαν ψάρι που παίρνει τις τελευταίες του ανάσες.
Αποδεσμευμένη από τον πόνο, βλέποντάς την σαν πίνακα ζωγραφικής πάνω μου.

"Παίζω" μουσικές.
Για να ξυπνήσω.

Για να κοιμηθώ.

Για να τρέξει μέσα μου ο χρόνος που δεν τρέχει γιατί συχνά παγώνει.

Για να σπάσω τις εικόνες σε χίλια κομμάτια και να δω με τις νότες.

"Παίζω" μουσικές.
Για τη μουσική που δεν μπορώ να παίξω γιατί δεν ξέρω κάποιο άλλο όργανο πέρα από το σώμα μου.

Δηλαδή χορεύω. Έστω και με το μυαλό. Έστω και όταν δεν μπορώ. 
Πριν κοιμηθώ.
Στα όνειρά μου.
Όπου μπορώ.


"Παίζω" μουσικές.
Για τις σιωπές και τα λόγια.

Και μέσα στις φούσκες που φτιάχνω, έξω από τις φούσκες που σπάνε, έχω κάτι ν' αντηχεί στους τοίχους μου.  

Eυτυχώς.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Το πηγάδι των ευχών

Το πηγάδι των ευχών μια μέρα στέγνωσε.

Κι όλα τα κέρματα των περαστικών ανέβηκαν στην επιφάνεια.
Σαν θησαυρός πειρατών γυάλιζαν κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. 

Κι έμοιαζε εξωτικό νησί όλο το γύρω περιβάλλον.

Μα ήταν απλά το γύρω γύρω από ένα πηγάδι.
Πέτρα, χώμα, τσιμέντο, ό,τι ήταν. 



Αρχικά, επικράτησε μια κάποια θλίψη. Μια αναστάτωση. Ακούστηκαν και μερικοί λυγμοί.
Πού θα πάνε τώρα οι ευχές; Πού θα αντηχούν;

 Ο μεταλλικός ήχος θέλει νερό για να διαβρωθεί σε μουσική.

Μα ξεπεράστηκε γρήγορα ο θρήνος.
Πριν καλά καλά στεγνώσουν τα δάκρυα οι περαστικοί  βάζουν τα χέρια τους να μαζέψουν το θησαυρό, σε σάκους, πουγκιά, σακούλες. Όσα μπορούν. Όσα χωράνε.  
Λατρεύουν πια το αντίτιμο κι όχι τη μουσική. Οι ευχές των άλλων ξεψυχούν στον ήχο των κερμάτων που χτυπούν το ένα πάνω στο άλλο και κουδουνίζουν στις τσάντες.

Και το πηγάδι ακίνητο μοιάζει καθόλου μυστηριώδες.
Γιατί δεν εκπληρώνει τίποτα άλλο πια από την ύστατη ευχή της απόλυτης σιωπής.

Και έτσι όπως στέκει σιωπηλό, άηχο, περιμένει την πρώτη βροχή.
Κι ελπίζει σε νέα υπόγεια ύδατα.

Μα όχι άλλες ευχές.