Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Άλλη Μια Μέρα


Είναι Άλλη Μια Μέρα.
Έχει Ήλιο.
Όπου κοιτάξω υπάρχει ομορφιά. Όπου κοιτάξω υπάρχει ασχήμια.

Τα πλήκτρα γράφουν και γράφουν και γράφουν μέχρι να γεμίσει με ευγνωμοσύνη το χαρτί.

Άλλη Μια Μέρα πέρασε.
Και μπόρεσα να τη δω,
να τη μυρίσω,
να την περπατήσω,
να την χορέψω,
να την μουσκέψω με τα δάκρυά μου,
να τη στολίσω με το χαμόγελό μου.
Να κλεφτοκοιτάξω μέσα από τα σκούρα γυαλιά μου συνταξιδιώτες στο μετρό,
να χαθώ στους ήχους αγαπημένων κομματιών που με τύλιξαν σαν σε κουβέρτα και δεν κρύωνα πιά.

Άλλη Μια Μέρα πέρασε.
Και τα Αισθήματα

και οι Αισθήσεις

ό,τι ήταν εδώ την έκαναν οδυνηρά
ξεχωριστή,
όπως όλες αυτές που ζούμε και συχνά θέλουμε να φύγουν γιατί δεν αντέχουμε
το βάρος τους.

Μια απλή ημέρα που Έζησα.
Και η Νύχτα της που έρχομαι να πω
ευχαριστώ σε όσους με άγγιξαν με το ραβδάκι της Αγάπης τους και, κυρίως, σε αυτούς που με άφησαν να τους αγγίξω κι εγώ.





( Σ.τ,Σ. :σχεδόν με αφορμή ανάρτηση ενός μικρού μαύρου γάτου
που θέλησε να ευχαριστήσει κάποιους που αγάπησε και τον αγάπησαν)



Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Επεξεργασία



Ο χρόνος, λένε, τα γιατρεύει όλα.

Ο χρόνος παίρνει το πινέλο και ζωγραφίζει τη δική του εκδοχή.
Βάζει τον καμβά στη Βροχή και τον αφήνει να ξεβάψει τόσο όσο να φανεί η καρδιά του έργου. Ο καμβάς υποφέρει, μουσκεύει και ζαρώνει καθώς οι στάλες τον ξεγυμνώνουν από τα περιττά. Αλλά η Βροχή και ο Χρόνος τα έχουν συμφωνήσει, πώς από τη στιγμή που τους το ζήτησες θα κάνουν καλή δουλειά.

Μπορεί στο τέλος να αφήσουν έναν λευκό πίνακα, αλλά μετά από χρόνια, αν κανείς έχει εξασκημένο μάτι ή ασχοληθεί σε βάθος, θα βρει ότι κάποτε είχε ζωγραφιές. Που δεν σου έκαναν και έφερες τους Κριτές για να καθαρίσουν. Μήπως και αρχίσεις ξανά από το Μηδέν.

Αλλά ποτέ δεν αρχίζεις από το Μηδέν. Ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει. Όσο και αν το ξεθωριάσει ο καλός, αδυσώπητος Χρόνος και η Λυτρωτική Βροχή.

Και εσύ απλά πρέπει να βρεις θέση και στο Λευκό Σου Πίνακα στην Εσωτερική Πινακοθήκη. Για να είναι Όμορφος και Ταιριαστός και Ευγενικός με τα κάποια στιγμή-σύντομα- έστω και βαμμένα Άσπρα σου Μαλλιά.


Η φωτογραφία είναι της Melanie Wilson Cipar, από το flickr

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Νύχτες Πρεμιέρας



Τα φώτα σβήνουν σταδιακά. Σαν σε όνειρο, το φως λιώνει στις απλίκες των τοίχων. Με βομβαρδίζουν ήχοι από δεξιά, αριστερά, πίσω, μπροστά, πλάι μου, θα έλεγες ότι βγαίνουν από τα σωθικά μου. Dolby Souround το λένε και κάθε φορά με ταράζει. Η οθόνη φωτίζεται και πέφτουν οι τίτλοι αρχής. Η καρέκλα είναι τόσο άνετη, τόσο κόκκινη και τόσο απαλή που θα μπορούσα να την είχα σπίτι αντί για κρεβάτι. Αλλά δεν θα ταξίδευα. Μόνο εδώ ταξιδεύω. Έστω και με ένα μικρό φόβο για το τι θα αναμοχλεύσει αυτό που θα δω μέσα μου, τι νερά θα ταράξει και αν θα τα φέρει στις παρυφές των ματιών μου.
Αλλά δεν πειράζει...έχει σκοτάδι. Μπορώ να βγάλω τα χαρτομάντιλα από την τσάντα κλεφτά και να στεγνώσω σιωπηλά το πρόσωπο. Λυγμοί δεν επιτρέπονται. Γέλια επιβάλλονται. Και ο ήχος από τα θρυματισμένα νάτσος ή πατατάκια στα πέτρινα σαγόνια των θεατών είναι παρόν για να συνοδέψει στο ταξίδι.


Νύχτες Πρεμιέρας.
Δέκα ταινίες με 3,5 ευρώ και κοντά στα 900 λεπτά ταξιδιού, κατά μέσο όρο. Προσδένομαι και να΄μαι. Στην άλλη διάσταση, στην άλλη πραγματικότητα, αυτήν μεταφέρει το τώρα και το "νοιώθω" του καθενός μας με εικαστικό βλέμμα στη Μεγάλη Αγαπημένη, τη Μεγάλη Οθόνη. 900 λεπτά θα με διεκδικήσουν για να με ρουφήξουν αυτά, πριν με καταπιεί η οποιαδήποτε μαύρη τρύπα των συναισθημάτων και των δικών μου καταστάσεων. Άλλωστε στην τέχνη όλα επιτρέπονται. Μπορώ να ζήσω άλλη ζωή μέσα στη σκοτεινή αίθουσα.

Και ο Σεπτέμβρης, αυτός που επιμένει να γράφει τα σενάρια χωρίς ποτέ να συμβουλεύεται το δημιουργό τους, γυρίζει τη δική του ταινία στα βρεγμένα πεζοδρόμια, με πρωταγωνιστές τα σαλιγκάρια και τα συναισθήματα που βγαίνουν να ανασάνουν μετά τη μπόρα...Και μου δίνει πάντα ρόλο, απλώς δεν ξέρω αν θέλω να τον πάρω.


Καλή δεύτερη προβολή.
Για σήμερα, Rembrandt's J' Accuse-To κατηγορώ του Ρέμπραντ.
Προηγήθηκε το πολύ καλό Τell-Tale.



Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Μόνο Γι' Αυτή Τη Στιγμή Ας Ήμουν Γλάρος


Κάθε φορά που σκάει αυτή η βόμβα του "γιατί" το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι δεν θέλω να κοιμηθώ. Δεν είναι ο ύπνος τρομακτικός, είναι το ξύπνημα, η πρώτη συνειδητότητα της ημέρας. Ανοίγεις τα μάτια και η Νέα Πραγματικότητα είναι εκεί.Τα Συντρίμμια. Η Αρχή. Το Τέλος. Ο Χρόνος.

Στο χορό οι τραυματισμοί καθώς μεγαλώνεις είναι
πιο συχνοί, πιο επίπονοι και πιο επίμονοι. Μαθαίνεις να ζεις με αυτούς αλλά σωρεύονται και με μια αλλαγή του καιρού, με μια απότομη κίνηση μετράς το βάρος της ψυχής σου και όχι τόσο του κορμιού σου. Τα φτερά που πρέπει να της φορέσεις για να βγει από αυτό λασπώδες πράγμα που είναι η Ζωή κατά καιρούς, πρέπει να είναι δυό φορές πιο δυνατά. Και εσύ αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς. Και περιμένεις απλά το Χρόνο να τους θεραπεύσει. Πού όσο μεγαλώνεις κοστίζει και πιο ακριβά.


Πώς αποτινάσσεται αυτό το φορτίο που
μαζεύεις στους ώμους μετά από την "εμπειρία ζωής"; Πώς απαντάς στον εαυτό σου και τον πείθεις να συνεχίσει; Και Πόσο πειστικός μπορείς να είσαι;




Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Το Σούρουπο Είναι Ένα Στιλέτο


...όταν είναι Φθινόπωρο στην Αθήνα και ο ουρανός πάνω από την Εθνική Βιβλιοθήκη βάφεται τόσο κόκκινος όσο και τα άβαφα χείλη ερωτευμένης γυναίκας που μισανοίγουν για να δεχτούν την αθανασία του Έρωτα μέσα τους...

...όταν περπατάς με ρυθμό, σαν να χορεύεις, και λιώνεις τα παπούτσια σου χωρίς να μετράς βήματα, γιατί η ατμόσφαιρα μυρίζει καλαμπόκι που ψήνεται σε μια συγκεκριμένη γωνία κάθε χρόνο-θαρρώ Πλατεία Κοραή, στη γωνία της Eurobank...

...όταν σφίγγεις την λεπτή καμπαρντίνα επάνω σου γιατί το πρώτο φθινοπωρινό κρύο γλιστράει αδιάκριτα στο λαιμό και στα γυμνά σου χέρια...

...όταν θέλεις να δεις, λαχταράς να δεις, όλους αυτούς που μοιράστηκες όμορφες στιγμές το περσινό Φθινόπωρο. Σε βιβλιοπωλεία να μυρίζετε τη μυρωδιά του χαρτιού, σε καφέ να ακροβατείτε στον απόλυτο εθισμό του φρεσκοαλεσμένου εσπρέσσο -ένα με τον ατμό, σε συζητήσεις που είναι αδιέξοδες, μα έχουν το χαρακτήρα της ανταλλαγής δυναμικού...

...όταν τα πρώτα κίτρινα φύλλα εισβάλλουν απαιτητικά στο δωμάτιο και σκέφτεσαι ότι, τι ωραία να ήταν αειθαλή τα δέντρα του κήπου, κι όμως πάλι, πώς θα καταλάβαινες την αλλαγή της εποχής;

...όταν το καλοκαίρι σου φαίνεται τόσο μακρινό, σαν να μην το έζησες. Έχει αφήσει πάνω σου ένα σκούρο χρώμα και την αίσθηση ότι ήσουν κάπου, αλλά από τις τόσες φορές που έχεις απαντήσει όταν σε ρώτησαν "πώς πέρασες " ξεθώριασε ο καμβάς του. Μπορεί να είναι επειδή πρέπει να αποθηκεύσεις αυτές τις καλοκαιρινές ζωγραφιές...μπορεί επειδή είναι δυσβάσταχτο να γνωρίζεις συνειδητά ότι θα περάσουν αρκετοί μήνες μέχρι να είσαι πάλι ημίγυμνος στον ήλιο και να σκέφτεσαι το Νερό.

...όταν η βροχή στολίζει τα μαλλιά σου με σταγόνες, ευγενικά πάντα, και μετά το σύντομο ξέσπασμά της ψάχνεις ουράνια τόξα ανάμεσα στα γκρίζα κτίρια. Και όταν τα βρεις ψάχνεις την αρχή τους για να ανακαλύψεις το σεντούκι με τις χρυσές λύρες. Αλλά ως τώρα δεν το έχεις βρει...


Το Φθινόπωρο, το Σούρουπο πάντα κρύβει ένα Στιλέτο στην καπαρντίνα του. Κυκλοφορεί και το κρατάει με χέρι τεντωμένο, δήθεν αδιάφορα γι αυτούς που διψούν να πέσουν επάνω του και να ξαναγεννηθούν κάτω από στάλες βροχής και ημέρες που μικραίνουν.