Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Χορεύουμε;

Δεν χρειάζεται προϋπηρεσία.
Δεν χρειάζεται συστάσεις.
Δεν χρειάζεται απαραίτητα ειδική ενδυμασία.
Δεν χρειάζεται να το σκέφτεσαι.

Χρειάζεται χαμόγελο που φοριέται στο πρόσωπο.
Χρειάζεται ο σφυγμός σου που ανεβαίνει από ενθουσιασμό να στείλει το σήμα στα πόδια και τα χέρια και τα μάτια και τα μαλλιά και την ανάσα σου.
Χρειάζεται να ακούς και να μαθαίνεις και να μην ακούς και να αγνοείς αν κάποιος σε αποδοκιμάζει.
Χρειάζεσαι Εσύ και ο Εαυτός σου για να συναντήσεις εκεί τους Πολλούς, που, ω! θαύμα, μιλάτε την ίδια γλώσσα.

Η αρχή μπορεί να γίνει αυτό το Σάββατο.
Με την αρχή του Μάη.
Ραντεβού εκεί!



Για περισσότερες πληροφορίες εδώ
και εδώ.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Εαρινή Αδιαθεσία


Μπορεί το συνάχι να σε αποπροσανατολίσει; Ή φταίει ο καιρός; Ή μήπως το ΔΝΤ;
Νοιώθω σαν να μπουσουλάω σε μια εποχή που δεν καταλαβαίνω απόλυτα, παρόλο που είναι πολύ πιό ξεκάθαρη από άλλες χρονιές.

Ο ήλιος πάντως έξω από το μπαλκόνι μου χαμογελάει . Συνεχίζω να φταρνίζομαι αδιάκοπα.
Έχει υπολογιστεί ότι η ταχύτητα του φταρνίσματος φτάνει τα 161 χιλιόμετρα την ώρα (μεγαλύτερη τελική ταχύτητα από το αμαξάκι μου) και τρέχω και δεν φτάνω. Και δεν είναι αλλεργικό (ευτυχώς λέω). Ένας φονικός κλιματισμός με εκτέλεσε.


Χθες είδα την τελευταία ταινία της τριλογίας του Μιλλένιουμ, Το Κορίτσι Στη Φωλιά Της Σφήκας, και μάλλον απογοητεύτηκα. Στην αίθουσα ζήτημα να ήμασταν 15 άνθρωποι στην προβολή των 10.15 και η υγρασία επιδείνωσε τα συμπτώματα κρυολογήματος μου. Η πλοκή ακολουθούσε σε πολύ αδρές γραμμές αυτήν του βιβλίου, στερώντας από την υπόθεση την γοητευτική πολυπλοκότητα των χαρακτήρων και των καταστάσεων. Οι προσθήκες του σεναριογράφου μάλλον άστοχες και ο σκηνοθετικός ρυθμός πολύ χαμηλότερος σε σύγκριση με αυτόν της πρώτης ταινίας. Παρέα με τον Μ. δεν ήταν λίγες οι στιγμές που μας έπιασαν τα γέλια από την άσχετη συρραφή των γεγονότων του βιβλίου σε κάτι που μάλλον το πρόδιδε. Πέραν δηλαδή από την αθώωση της ηρωίδας, πολύ λίγα είχαν να κάνουν με την αυτούσια ιστορία. Αναρωτιέμαι αν ο Λάρσον ζούσε, τι άποψη θα είχε γι' αυτό...

Βγήκα από το σινεμά με μύτη έτοιμη να εκραγεί αλλά παρόλα αυτά η μυρωδιά από τις λεμονιές και τις αγγελικούλες έφτανε στα κέντρα όσφρησης του εγκεφάλου μου. Ευλόγησα τη φύση που μου χάρισε τόσο ευαίσθητη μύτη που ακόμα και γεμάτη συνάχι μου επιτρέπει να μυρίζω και γύρισα σπίτι να πάρω κάποιο φυσικό αποσυμφορητικά . Κοιμήθηκα αγκαλιά με πολλά πακέτα χαρτομάντιλα και ειδική σακούλα για να τα βάζω μετά τη χρήση.

Το φως της ημέρας μου πόνεσε τα μάτια. Το τρίγωνο μέτωπο, μύτη στόμα πλήττεται πάντα όταν κρυώνω και δεν μπορούσα να σηκώσω το βλέμμα στο ταβάνι. Άνοιξα όμως το παντζούρι και η ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα με αποζημίωσε. Λίγες ώρες μετά, ετοιμάζομαι να πάω τη Μίνα βόλτα. Νομίζω ότι όταν θα δει το λουράκι της θα κάνει τρελλές χαρές και θα γεμίσει και τις δικές μου χαμηλά φορτισμένες μπαταρίες.

Και ύστερα θα γυρίσω να ανοίξω το εκπληκτικό βιβλίο που μου έχει κάνει δώρο αγαπημένος φίλος, η Τέχνη του Ταξιδιού του Αλαίν Μποτόν και θα ταξιδέψω εκεί που η οικονομική στενότητα δεν με αφήνει. Μέσα στους πίνακες του Έντουαρτ Χόπερ και στις χώρες που με περιμένουν να πάω. Και θα πάω. Αρκεί να βρω την πυξίδα μου που την έχασα κάπου ανάμεσα στα χρησιμοποιημένα συναχομάντηλά μου.

Τελικά ίσως και να κάνουν καλό αυτές οι μικρές αδιαθεσίες. Στερούμενη της πλήρους γκάμας των όποιων δυνάμεών μου επανεξετάζω πορείες και σκέψεις, με μικρότερη πάντως ταχύτητα από το φτάρνισμα μου.

Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

A Little Less Conversation



Δέσε τα παπούτσια σωστά. Όχι πολύ σφιχτά, όχι χαλαρά.

Κοίτα να είναι κλειστά γιατί μπορεί να σε πατήσουν, έχει πολύ κόσμο στην πίστα.

Φόρα τη φουστίτσα που στροβιλίζεται σαν ο Δερβίσης να φόραγε μίνι.

Ένα λουλούδι στα μαλλιά ή ένα φιόγκο, εξαρτάται. Αν θέλεις φτιάξε και τη φράντζα ροκαμπίλι. Βάλε πολύ λακ.

Τράβα τη γραμμή του μαύρου μολυβιού στο μάτι. Και κόκκινο κραγιόν, καλύτερα.


Μη τυχόν φας αργά πριν βγεις! Πώς θα χωνέψεις χορεύοντας;

Πάρε ένα μπουκαλάκι νερό μαζί. Πού να διασχίσεις την πίστα για νερό στο μπαρ;

Μάζεψε αντοχές, βάλε στόχο να μη φύγεις πριν πονέσουν τα γόνατά σου.

Κλείσε την πόρτα μετρώντας τα βήματα και τις φιγούρες.

Έφτασες και πάλι.

Καπέλα, τιράντες, χαμηλά ασπρόμαυρα μοκασίνια, κίνηση πολύ, μουσικές από άλλη εποχή και όμως να, σ' αυτήν την εποχή, και η Μπλε Αλεπού στη γωνία σε ένα lindy turn σου κλείνει το μάτι.

Καλώς ήλθες
Το Πάρτυ έχει αρχίσει!




Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Το Σαξόφωνο Βυθίστηκε στον Ύπνο και Σταμάτησε

Πόσες φορές κομμάτια σαν αυτά που έγραψε ο Μάνος Ξυδούς με έκαναν κομμάτια;
Πόσες φορές κομμάτια σαν αυτά που είχαν την φωνή του Μάνου Ξυδούς με ένωσαν ξανά σε ένα νέο παζλ;
Πόσες φορές αποκοιμήθηκα και στα όνειρά μου και στους εφιάλτες μου κρύφτηκαν σαν ίσκιοι οι Πυξ Λαξ;

Μελοδραματικό, αλλά οι Πυξ Λαξ δεν είναι ακριβώς εδώ.
Μουσκεμένα μαξιλάρια, διαλυμένοι εαυτοί παραφυλάνε πίσω από τις νότες τους να με αρπάξουν και να μου θυμίσουν αγγίγματα που δεν θα ξανανοιώσω, μάτια που δεν θα ξαναδώ ποτέ στο βάθος τους, εκεί που οι ίριδες έλεγαν "σ' αγαπώ" και ξανοίγονταν σε ταξίδι σε επικίνδυνα νερά, αυτά του έρωτα. Γι' αυτό αποθηκεύτηκαν.Όλα τους τα cd συγκεντρωμένα με σειρά σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης, αυτό με τα ελληνικά, και πάει πολύς, πραγματικά καιρός, που τους άκουσα.

Οι αναμνήσεις θέλουν χρόνο να παλιώσουν, να γίνουν σαν το καλό κρασί που το πίνεις γουλιά γουλιά και εκτιμάς το άρωμά του. Αν ανοίξεις το μπουκάλι νωρίτερα η οξύτητα σε χτυπάει σφοδρά και χάνεις την αξία της παλαίωσης. Γι' αυτό το αφήνεις. Και μπορεί και να μην το πιείς και ποτέ, τελικά...


Χθες βράδυ χαζεύοντας τα βραδινά νέα, είδα το πρόσωπο του Προκόπη Δούκα να σφίγγεται στιγμιαία. "Μια δυσάρεστη είδηση, έφυγε ο Μάνος Ξυδούς αιφνίδια". Η ρεπόρτερ ανέφερε κάποιες ασήμαντες πιά λεπτομέρειες, δεν ένοιωσε καλά, μέχρι να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο εξέπνευσε κλπ και εκείνος ο κόσμος που είχα αφήσει στο κελάρι να παλιώσει βγήκε στην επιφάνεια να μεταφέρει τη θλίψη του για το πρόωρο ταξίδι ενός ανθρώπου που έντυσε μουσικά στιγμές μου πολύτιμες.

Κάθε κομμάτι και μια στιγμή. Μια ζωγραφιά, ένας κόπος να σκαρφαλώσω στο Λυκαβηττό, για τη συναυλία, μια φωνητική χορδή ζορισμένη στο Δίπλα Στο Ποτάμι, ευτυχία και συντρίμμια και ελπίδα και δικαίωση ("δεν θα δακρύσω πια για σένα και μη ρωτάς για μένα"). Νότες στις στιγμές μου.

Λόγια πολλά ήδη.
Σημασία έχουν τα "Ευχαριστώ για τα ρούχα που έντυσες τις ψυχές μας" και μακάρι να φτάσουν στον Ταξιδιώτη που μας άφησε χθες για το Μεγάλο Ταξίδι και πήγε μαζί με τις παλιές αγάπες...Στον Παράδεισο.



Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Millenium, Stieg Larsson





Πριν λίγο διάβασα την τελευταία γραμμή στο βιβλίο του Στιγκ Λάρσον "Το Κορίτσι Που Έπαιζε με τη Φωτιά". Χορτάτη από πλοκή και δράση, από τεκμηριωμένη, μεστή γραφή και εικόνες, το κοιτάζω που ξαποσταίνει δίπλα μου μετά από μέρες συνεχόμενες που το ταλαιπωρούσα από το κομοδίνο στο κρεβάτι και από το κρεβάτι στην τσάντα μέχρι να βγει στις διαδρομές του μετρό και να μην καταλάβω πώς πέρασε καν η ώρα που έφτασα στο σταθμό προορισμού.

Δεν τα καταφέρνω να μην κοιτάξω για άλλη μιά φορά τη φωτογραφία του πρόωρα χαμένου συγγραφέα του. Με ευχάριστο, έξυπνο ύφος και γυαλιά παρωχημένης μόδας πόζαρε στο φωτογράφο για την εικόνα που θα συνόδευε το εσώφυλλο με το βιογραφικό του. "Δυστυχώς ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να γευτεί το λογοτεχνικό του θρίαμβο αφού, λίγες μόνο ημέρες μετά την παράδοση των τριών τόμων του χειρογράφου του, πέθανε από καρδιακή ανακοπή", διαβάζω...


"Το Κορίτσι Που Έπαιζε με τη Φωτια" είναι η συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου του συγγραφέα. Ο πρωτότυπος τίτλος αυτού του πρώτου έργου ήταν " Άντρες που μισούν τις γυναίκες" αλλά για εμπορικούς, προφανώς λόγους μετονομάστηκε σε "Το Κορίτσι με το Τατουάζ". Σ' αυτό γνωριζόμαστε με την Λίσμπετ Σαλάντερ, την αντισυμβατική αντι-ηρωίδα που μαζί με τον πρωταγωνιστή δημοσιογράφο Μίκαελ Μπλούμκβιστ ερευνούν τις συνθήκες εξαφάνισης γόνου μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες της Σουηδίας. Κοντά στ' άλλα ανακαλύπτουν την άκρη του νήματος νεοναζιστικής οργάνωσης και κινδυνεύουν να πληρώσουν με τη ίδια τους τη ζωή.

Το πρώτο βιβλίο δεν το είχα ανακαλύψει μέχρι την ταινία. Για την ακρίβεια, είδα την πρώτη ταινία της τριλογίας στις νύχτες πρεμιέρας μη έχοντας ιδέα τι αφορούσε. Έμεινα έκπληκτη πώς μια Σουηδική παραγωγή με κράτησε καθηλωμένη στη θέση μου, με εξαίρεση κάποιες πολύ σκληρές σκηνές που με έβγαλαν έξω από την αίθουσα. Στη συνέχεια ο Κ. προσφέρθηκε να μου δώσει το βιβλίο, που το αγόρασε κι αυτός μετά την προβολή,ξεκίνησα να το διαβάζω, αλλά γνωρίζοντας την υπόθεση, κάπου το άφησα στην άκρη.

"Το Κορίτσι Που Έπαιζε με τη Φωτιά" φιγουράριζε στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων πολύ καιρό και σχεδόν είχα ξεχάσει τη διάθεση να το διαβάσω, μέχρι που ήρθε μιά από αυτές τις ημέρες που είναι τόσο άδειες και γκρίζες που μόνο ένα καλό βιβλίο μπορεί να τις γεμίσει. Το κενό με έσπρωξε στο βιβλιοπωλείο και έφυγα από αυτό με μια διπλή νάυλον σακούλα γεμάτη βιβλία. Ανάμεσά τους, κι αυτό που μόλις τέλειωσα και στιγμή δεν μετάνιωσα τα είκοσι ευρώ που κατέβαλα ως αντίτιμο.

Στη συνέχεια της ιστορίας η Λίσμπετ παίρνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο από τον Μίκαελ Μπλουμκβιστ, προσπαθώντας να ενώσει κομμάτια από το παρελθόν της για να δει την πλήρη εικόνα της ζωής της και να προχωρήσει. Σκοντάφτει όμως σε κύκλωμα σωματεμπορίας και κατηγορείται για τριπλή δολοφονία και στις περισσότερες από τις 700 (!) σελίδες του βιβλίου είναι η επικηρυγμένη παρανοϊκή δολοφόνος.

Την δεύτερη ταινία της τριλογίας δεν την πρόλαβα στους κινηματογράφους. Είχα διαβάσει κάποιες κριτικές που την χαρακτήριζαν ως "ουδέτερη" και αμέλησα να τη δω. Αυτή τη στιγμή που έχω διαβάσει το βιβλίο, μετανιώνω που δεν το φρόντισα νωρίτερα. Μάλλον θα με βοηθήσει το τοπικό dvd club για να αναπληρώσω το χαμένο έδαφος.

Οπωσδήποτε θα αγοράσω και το τρίτο βιβλίο της τριλογίας, το Κορίτσι στη φωλιά της Σφήκας. Και άμεσα, πριν ξεθωριάσουν οι εικόνες από αυτό που μόλις διάβασα. Από μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο πληροφορήθηκα ότι και η τρίτη ταινία έρχεται στην Ελλάδα στις 22 Απριλίου. Σχεδόν μπορώ να πω ότι ανυπομονώ.

Για όσους αγαπούν την γρήγορη πλοκή και δράση, με τεκμηριωμένη βήμα προς βήμα υπόθεση και πολύ σφιχτή δομή, προτείνω ανεπιφύλακτα τον Στίγκ Λάρσον. Είναι κρίμα που έφυγε τόσο νέος, γιατί είχε να δώσει πολλά...

Γιην δεύτερη και την τρίτη ταινία θα επανέλθω αφού τις δω. Η πρώτη πάντως ήταν από τις καλύτερες που έχω δει στο είδος της.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Πρόθυμος Να με Καθρεφτίσει


Τι με έπιασε απογευματιάτικα να ακούσω Modern Talking;
Αυτό το απροσδιόριστο συγκρότημα, με τα απροσδιορίστου φύλου μέλη με αγέρωχες φράντζες και ενδυματολογικά τερατουργήματα; Αυτό το συγκρότημα που όταν ακούγεται στα πάρτυ το πλήθος σύσσωμο αλαλάζει "ΜΠΡΟΔΕΡ ΛΟΥΙ ΛΟΥΙ ΛΟΥΙ!";Ο μελαχροινός Modern Talking τώρα που τον ξαναβλέπω μου θυμίζει το παγωμένο και σνομπ βλέμμα της αχώνευτης συγκατοίκου της κολλητής μου, της Τζούλης και με πιάνουν γέλια.

Προφανώς με έχει πειράξει η κλεισούρα στο σπίτι. Προφανώς πρέπει να βγω. Και θα το κάνω, οπωσδήποτε. Η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη,καθότι δεν έχουμε απόκριες για να με δικαιολογήσω και επίσης δεν μπήκα ακόμη στη μηχανή του χρόνου.Αλλά μέχρι να βγω από το σπίτι βάζω στο Youtube, πρώτα για το You Can Win If You Want, που είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο χαζοτράγουδο.

Ακούω προσπαθώντας να μην φέρνω στο μυαλό μου εικόνες της εποχής εκείνης, όχι γιατί είναι πολύ μακρινή, το μακρινό είναι σχετικό πάντα, αλλά γιατί το τώρα είναι πάντα το ζητούμενο. Δεν τα καταφέρνω όμως αφού το επόμενο τραγούδι στα δεξιά της οθόνης με καλεί να ακουμπήσω το βελάκι πάνω του και να κάνω ένα γενναίο δεξί κλικ. Και το κάνω.


Atlandis is calling, S.O.S for love και ένα περασμένο καλοκαίρι έρχεται μπροστά στα μάτια μου. Είναι μαγικό πώς η μουσική και τα αρώματα σε γυρίζουν τόσο πίσω όσο καμία διήγηση και φωτογραφία δεν μπορεί.

Θα πας στα ξαδέλφια σου,αποφασίζει η μητέρα μου και με πακετάρει για Ρόδο. Χρυσή εποχή τότε εκεί, ξαπλώστρες και φίσκα στους τουρίστες να μεθοκοπούν στην Παλιά Πόλη με αγνότητα που σήμερα δύσκολα πιστεύεις ότι υπήρξε. Water Slides στο Φαληράκι, κοκτέιλ στα καφέ των ξενοδοχείων, σαμπό και ανεμελιά στις παραλίες. Το Ενυδρείο γεμάτο κόσμο και κάπου εκεί κι εγώ να τοποθετώ δύσκολα την ψάθα μου παρατηρώντας έκπληκτη τον κόσμο των ενηλίκων στον οποίο θα ανήκω σε μερικά χρόνια.

Οι εξαδέλφες δουλεύουν σε ρεσεψιόν ξενοδοχείου και παίρνουν πού και πού κι εμένα μαζί να κάνω εξάσκηση στα Αγγλικά μου, μέχρι να έρθει να με πάρει για βόλτες και μπάνια ο συνομήλικος ξάδελφος. Το ξενοδοχείο είναι γεμάτο με κατάξανθα κεφάλια που με δυσκολία προσπαθούν να αρθρώσουν το "Καλημέρα-Καλησπέρα" στις Ελληνίδες ρεσεψιονίστ. Όταν μας βλέπουν στο καφέ μας καλούν στα τραπέζια τους και ξαφνικά, από την απόλυτα άχαρη και μοναστική πρώιμη εφηβεία μου βρίσκομαι ανάμεσα σε ευρωπαίους φίλους διαφόρων ηλικιών. Ανάμεσα σε οικογένειες ατίθασα μωρά με υπέροχες κόκκινες φακίδες, σε δίμετρες καλλονές που εντείνουν την εβηφική μου ανασφάλεια και σε νέους άντρες που παραγγέλλουν μπύρες σχεδόν από το πρωί.

Δεκαπέντε ημέρες είναι αυτές που θα μείνω στη Ρόδο και μέσα σ' αυτές έχω γνωρίσει το μισό ξενοδοχείο. Μαζί και ο εξάδελφος που κυριολεκτικά έχει αγαθιάσει από τα κάλλη των Βορείων Γυναικών. Σιγά σιγά διαμορφώνεται μια πιό σταθερή παρέα με τους Ισλανδούς τουρίστες, που είναι πολύ απλοί, ευθείς και προσιτοί. Κανονίζουμε και πηγαίνουμε για μπάνιο όλοι μαζί τα πρωινά, για καφέ το απόγευμα και συχνά-πυκνά με τη συνοδεία της μεγαλύτερης εξαδέλφης σε κάποια disco στην Ιξιά.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια και δεν θυμάμαι πώς με προσέγγισε ακριβώς ο πρώτος και (μέχρι σήμερα τελευταίος) μεγαλύτερος από μένα άντρας της ζωής μου. Ήταν 20 χρονών, είχε έντονα πράσινα μάτια, όμορφο δεν τον έλεγες, είχε ένα παράξενο όνομα, Φούζι, και ίσια ξανθά μαλλιά. Έκανε παρέα με τον Άρνι, που η μεγαλύτερη εξαδέλφη μου επέμενε να τον φωνάζει Αρνί, και άλλους τρεις συνομήλικους φίλους που καθόλου δεν ανακαλώ τα Ισλανδικά τους ονόματα. Θυμάμαι όμως ξεκάθαρα τη φιλικότητά τους, τα καθαρά τους πρόσωπα, τα δυνατά τους γέλια. Την ευκολία για την οποία μιλούσαν για τη ζωή τους στην Ισλανδία, τα επαγγέλματά τους, που ήταν ή ξυλουργοί ή ψαράδες και τις άπειρες ποσότητες μπύρας που κατανάλωναν ευτυχισμένα.

Ο Φούζι ήταν κι αυτός ψαράς. Και από την Ισλανδία. Καθόλου ρομαντικό επάγγελμα και καθόλου κοντινή χώρα για ρομάντζα.Κι εγώ άπειρη και άχαρη έφηβη. Αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο, μου έλεγε πώς περνούν στην καθημερινότητά τους εκεί, πόσο τυχερούς μας έβρισκε εδώ με τον τόσο ευλογημένο καιρό, αλλά όχι, δεν θα άφηνε εύκολα τη χώρα του. Μου μιλούσε για την κοινωνία, πόσο διαφορετικά δομημένη είναι, για τα λίγα επαγγέλματα με τα οποία μπορούσαν να ασχοληθούν οι νέοι και για τις γυναίκες τους που γύρω στα 12 θεωρούνται σχεδόν ενήλικες και λίγο μετά απόλυτα χειραφετημένες. Στην παρέα είχαμε και δυό -τρεις κοπέλες γύρω στα 14-15 που είχαν έρθει στην Ελλάδα χωρίς τους γονείς τους και επιβεβαίωναν τα λεγόμενά του. Ήταν απόλυτα ελεύθερες αλλά δεν έδειχναν καθόλου ανόητες.

Το τέλος του Αυγούστου και των διακοπών πλησίαζε. Έπρεπε να μαζευτώ στην Αθήνα για τα σχολεία και την καθημερινότητά μου κι οι Ισλανδοί φίλοι έπρεπε να γυρίσουν στην κανονική τους ζωή.Η κλασσική μαύρη σκιά της θλίψης άρχισε να με ακολουθεί σαν σύννεφο πάνω από το κεφάλι, μέχρι που μια αστραπή τη διέλυσε : ο Φούζι αποφάσισε να με φιλήσει. Ήταν νύχτα σε μια από τις ντίσκο της πόλης και έπαιζε το Atlandis is Calling. Δεν θέλησα ποτέ να μάθω τα σχόλια των ξαδελφών μου, αδιαφόρησα. Έζησα αυτή τη χαρά όπως αρμόζει πάντα στις χαρές, σαν να μην υπήρχε αύριο.

Δύο εικοσιτετράωρα μετά περπατούσα στην παραλία του Ενυδρείου μόνη κοιτάζοντας συχνά το όνομα στα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού: Fusi. Μου το έγραψε
με ένα χοντρό μαρκαδόρο λίγο πριν φύγουν για το αεροδρόμιο, χαμογελαστός με τα πράσινα μάτια του συγκινημένα, μα αισιόδοξα. Με τα σπασμένα αγγλικά που συνεννοούμασταν μου εξήγησε ότι δεν πρέπει να λυπαμαι γιατί θα με θυμάται πάντα. Εγώ έκλαψα. Δεν είπα τίποτα παραπάνω. Αλλάξαμε διευθύνσεις, αλλά μου ξεκαθάρισε ότι δεν τα πάει καλά με την αλληλογραφία Και αποχαιρετήθηκαμε.

Δεν έχει σημασία πόσα χρόνια πέρασαν. Η ανάμνηση του υπάρχει πάντα σε έναν τόπο μέσα μου και ξεδιπλώνεται γενναιόδωρα όποτε τύχει να ακούσω αυτό το κομμάτι. Μια φωτογραφία σε ένα παλιό μου άλμπουμ δεν αφήνει τη μορφή να ξεθωριάσει, αλλά κι αυτό είναι δεύτερο. Αυτό που με κάνει να συγκινούμαι είναι η νοσταλγική αντίδραση μου στον ήχο της μουσικής. Και δεν νοσταλγώ ακριβώς αυτόν, μα τον εαυτό που είχα τότε και που μόνο μέσα από τους ανθρώπους που γνώριζα ανασυνθέτω. Μέσα από τους ανθρώπους που υπήρξαν ευγενικοί καθρέφτες για να μην ξεχάσω ποια ήμουν.

Ελπίζω να έκανα κι εγώ το ίδιο γι' αυτούς επιτυχημένα. Και όποτε με κοιτάζουν να μου γνέφουν ένα τρυφερό "γεια".





Υ.Γ. Μετά από πολλά χρόνια έμαθα ότι η λέξη Fusi σημαίνει Πρόθυμος...
Χαιρετίσματα
στη μακρινή Ισλανδία.



Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Νηστεία


Μεγάλη Πέμπτη Απόγευμα, 1η Απριλίου Της Ανταποκρίτριάς μας

Τελικά μέσα στις όχι και τόσο νηστίσιμες φακές προσγειώθηκε ένα κομμάτι τυρί φέτα. Στην πάλη του καλού εναντίον του κακού νίκησε το κακό. Ας όψεται ο σχεδόν εντελώς κλεισμένος λαιμός των πρώτων πρωινών ωρών, που μου χάλασε όποια πρόθεση να νιώσω το Πάσχα, έστω και με τον σχεδόν υποκριτικό τρόπο της μίνι-νηστείας την Μεγάλη Εβδομάδα.

Και είχα πολύ διάθεση, αλήθεια λέω και ας είναι Πρωταπριλιά.Τα τελευταία χρόνια αγαπώ το Πάσχα πολύ περισσότερο από τα Χριστούγεννα. Οι μυρωδιές των λουλουδιών, το ξύπνημα της φύσης, η υποψία της απερχόμενης κακοκαιρίας, που γνέφει απειλητικά τα μοντελάκια των σικ κυριών στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης απειλώντας τα με νεροποντή, το κελάιδημα των πουλιών-κλισέ,αλλά κελαϊδούν ακόμα, κι αυτή η άτιμη η Πασχαλιά στον κήπο, που, πώς το καταλαβαίνει ότι έρχεται η Ανάσταση ανεξαρτήτως του πότε πέφτει Πάσχα και ανθίζει, με κάνουν να περιμένω με ήρεμη ανυπομονησία τη γιορτή αυτή. Τα Χριστούγεννα το μόνο που θυμίζει ότι γιορτάζουμε είναι ο καταναλωτικός χαμός στα μαγαζιά και τα λαμπάκια στους δρόμους. Τα Χριστούγεννα στην πόλη δεν υπάρχει ούτε καν υποψία κατάνυξης . Υπάρχουν μόνο Τα Ρεβεγιόν.

Ήθελα λοιπόν πολύ να νηστέψω. Και το έκανα μέχρι σήμερα, κόντρα στην αδιαθεσία που με τριγύριζε όλες αυτές τις ημέρες και που τελικά με έβγαλε νοκ άουτ μόλις το ημερολόγιο έδειξε Πρώτη Απριλίου. Θα ήθελα πολύ να ήταν αυτό το ψέμα της ημέρας, αλλά μέρος της φέτας κάνει ήδη λασπόλουτρο στο στομάχι μου ενώ το υπόλοιπο με κοιτάζει λοξά κολυμπώντας στα απομεινάρια του πιάτου, σχεδόν χλευάζοντας εμένα, το σύγχρονο άνθρωπο, τη θρησκεία, την προσκόλληση σε αγαπημένες συνήθειες του παρελθόντος χωρίς συνειδητή συμμετοχή.

Το σκέφτομαι πολύ συχνά, όχι χωρίς τύψεις, αλλά νηστεία είναι να στερηθείς αυτά που σου είναι απαραίτητα και στο σύγχρονο κόσμο υποψιάζομαι ότι δεν θα μας έλειπε τόσο το τυρί, το σουβλάκι και τα αυγά.Θα μας έλειπε όμως ο καφές, το αυτοκίνητό μας, η τηλεόραση, ο θυμός που χωρίς φίλτρο βγάζουμε κι αυτό φαίνεται στην άσχημη όψη της πόλης μας, η διασκέδασή μας, το να καταναλώσουμε ανελέητα αγαθά που δεν έχουμε ουσιαστική ανάγκη. Για μερικές μέρες, λέω στον εαυτό μου, σκέψου ότι δεν θυμώνεις, ότι δεν κάνεις τίποτα από όσα έχεις ανάγκη σαν λεπτομέρειες της καθημερινότητάς σου, αυτά που σε καθιστούν δέσμια ουσιαστικά αυτού του "πολιτισμού" , ότι δεν διασκεδάζεις, δεν ακούς χαρούμενη μουσική, δεν απαιτείς, αλλά αφουγκράζεσαι. Και όχι σαν φόρο τιμής στο όποιο Θείο γιορτάζει αυτές τις ημέρες, αλλά σαν απαραίτητη αναχώρηση από τον εαυτό σου. Γιατί ποιος άλλος τρόπος υπάρχει να δεις καλύτερα τον εαυτό σου από το να βγεις από αυτόν;

Οι σκέψεις αυτές έχουν ήδη ανέβει στη σχεδία της φέτας και χοροπηδούν επάνω της εκδικητικά. Η φέτα τους στέλνει χαιρετίσματα να με ενημερώσουν ότι ουσιαστικά αυτές τις τέσσερις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας δεν στερήθηκα τίποτα απ' όσα ίσως πραγματικά με έφερναν κοντά στην έννοια του Πάσχα: το θάνατο του παλιού εαυτού και την Ανάστασή του σε κάτι καινούργιο, καλύτερο όχι μόνο για μένα αλλά και για όλους γύρω μου, όσους περισσότερους μπορώ, αφού αν γίνω εγώ καλύτερη θα θέλω το καλύτερο για όλους.

Η φέτα έχει δίκιο.Το Πάσχα είναι μοναδικό γι' αυτό το λόγο. Όχι για την αποχή από τα κρέατα και τα γάλατα και τα παγωτά και το συφερτό των ζωικών προϊόντων. Όχι για το τι θα φορέσεις το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου και το αν θα φύγεις ή όχι από την πόλη.

Μένουν δυόμιση ημέρες μέχρι την Ανάσταση.
Προλαβαίνω;


Υ.Γ. Καλό Μήνα και Καλή Ανάσταση σε όλους.
Όπως τα εννοεί ο καθένας μας ...