Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Η Καθαρά Δευτέρα ποτέ δεν ήταν η αγαπημένη μου.
Έδινε ένα τέλος σε πολλές ημέρες κεφιού και ανεμελιάς, ημέρες που επιτρέπεται να είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι, αλλά που ουσιαστικά είσαι και ακατάκριτα μπορείς να το δείξεις. Τέλος στην έκλυτη ελευθερία και είσοδο σε  μελαγχολική περίοδο ενδοσκόπησης και "κάθαρσης" λες και πριν ήσουν άπλυτος και τώρα θα καθαριστείς.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το να γλεντάς και να είσαι χαρούμενος ήταν ουσιαστικά αμαρτία που πρέπει ξεπλυθεί.

Αυτά σαν παιδί.

Σαν ενήλικη αντιλαμβάνομαι μεν τον κύκλο των εποχών και τη χρησιμότητα σχεδόν κάθε παράδοσης. Ωστόσο μου έχει μείνει  η γεύση της μελαγχολίας στο στόμα και με συνοδεύει με κάθε μπουκιά χαλβά, λαγάνας και συναφών Καθαροδευτεριάτικων αναλώσιμων. Οι εκπομπές με παραδοσιακή μουσική, το τραπέζι με τα διαφορετικά φαγητά, ο ερχομός της Άνοιξης ακόμα και αν κρύβεται μέσα στα πέπλα του Μάρτη δεν βοηθούν ιδιαίτερα.  Το παρήγορο, βέβαια, είναι ότι η εργάσιμη εβδομάδα θα ξεκινήσει Τρίτη. Και ότι, ειδικά για φέτος, και η ερχόμενη Δευτέρα θα είναι αργία...

Προφανώς θα έχει να κάνει με τα ξεκινήματα...η μελαγχολία, εννοώ. Το τέλος και το ξεκίνημα είναι εξ ορισμού απαιτητικά και ψυχοφθόρα όσο και απαραίτητα και αναπόφευκτα και μπορώ να παραθέσω πολλά επίθετα που τους ταιριάζουν αλλά δεν είναι ο σκοπός της ανάρτησης...μάλλον δηλαδή.

 Ίσως ο σκοπός της ανάρτησης είναι απλά να πω "καλή Σαρακοστή".
Και Καλή Άνοιξη, γιατί έρχεται κι αυτή ολοταχώς.
Και να έχουμε ένα χαμόγελο στην ψυχή πρώτα και μετά στο πρόσωπο.
Τα λέω λοιπόν.
Και τα εύχομαι σε όλους μας.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

...εκεί κάπου μέσα στην αιθαλομίχλη των ημερών βρίσκομαι. 

Παρατηρώ σιωπηλά τον νέο μου εαυτό και προσπαθώ να αποδίδω σε κάθε ημέρα τις τιμές που της αρμόζουν. Κάθε ανάσα είναι μια γιορτή της ζωής ενάντια του θανάτου κι ας το ξέρουμε, ναι, "το μόνο σίγουρο είναι ότι θα πεθάνουμε όλοι  μια μέρα". Τι μου λέτε απαισιόδοξοι μίζεροι τύποι, το μόνο σίγουρο είναι ότι ζούμε μέχρι να πεθάνουμε. Ζούμε. Κάθε μέρα είναι μια καινούργια αρχή στο δικό μας βιβλίο. Το πώς γράφουμε τα κεφάλαια είναι το πώς διαχειριζόμαστε όλα αυτά που αντιμετωπίζουμε. Απλά, ξεκάθαρα και καθόλου απαισιόδοξα.

Προσωπικά μου αρέσει πολύ η μυρωδιά από τα τζάκια που όλοι έσπευσαν να ανάψουν για να μη πουλήσουν ότι έχουν και δεν έχουν για πετρέλαιο. Μου θυμίζει την Κομοτηνή τον Οκτώβριο, που το κρύο άρχιζε  ύπουλα να φιδοσέρνεται στα σοκάκια  και στα ήσυχα μέρη της. Η υγρασία και αυτή η μυρωδιά με κάνει να νοσταλγώ την πόλη των φοιτητικών μου χρόνων, την τόσο αγαπημένη. 

Μπορεί να πάθουμε τραλαλά από τις εκπομπές αερίων, αλλά ό,τι και να λέγεται, πώς το λένε, το ξύλο μυρίζει ξύλο, όχι καυσαέριο. Ενδεχομένως έχουμε γίνει μια τεράστια ψησταριά το λεκανοπέδιο, αλλά το βλέπω ως χαρακτηριστικό της εποχής. Όπως και τα ποδήλατα, όπως και τα άπειρα σουβλατζίδικα που άνοιξαν στη θέση των μαγαζιών που πήγαν άπατα, όπως και τις μίζερες βιτρίνες, όπως και το ότι υπολογίζω κάθε λεπτό στο πορτοφόλι μου πλέον.
Ναι, τι να κάνουμε, δυστυχώς επτωχεύσαμε. Πληρώνουμε τώρα τον μην έντιμο πρότερο βίο. 

Αλλά σιγά σιγά σταματάει  η γκρίνια. 
Τουλάχιστον αυτό βλέπω εγώ σε μένα. Δεν βγάζει πουθενά. 
Δουλειά, όπου- όπως- όποτε, υπομονή και επιμονή.
Και Ελπίδα. 

Θα ξημερώσει. Ε τι στο καλό, θα ξημερώσει.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

το καλοκαίρι μου


Τι είναι καλοκαίρι για σένα;

Είναι τα παγάκια σε σχήμα ψαριού και αστερία που λιώνουν νωχελικά μέσα στον χειροποίητο καφέ μου. 

Είναι το πρόγραμμα που δεν έχω  το χειμώνα.
Να ξυπνάω νωρίς για να δω την ανατολή και μετά να κλείνομαι στη δροσιά του καταλύματός μου.
Να  πηγαίνω στη θάλασσα πριν σηκωθεί πολύ ψηλά ο ήλιος και μετά όταν πέφτει.

Το λυκόφως και το λυκαυγές...

Το ατέλειωτο τραγούδι των τζιτζικιών που σηματοδοτεί μια ζεστή μέρα.

Ο ήχος του ανεμιστήρα και το απαλό χάδι του αέρα του.

Οι νύχτες που δεν θέλεις να κοιμηθείς γιατί είναι τόσο πιο γλυκές από τις ημέρες.

Η θάλασσα. Πάντα η θάλασσα.
 Αυτή που διαυγής με καλεί να ανοίξω τα μάτια και μέσα από τη θολή όραση μου να δω το απέραντο γαλάζιο.

Να πλέω ανάσκελα και να βλέπω τον ουρανό σαν να μην υπάρχει κανένας εκεί δίπλα...

Ο ήχος της αναπνοής μου κάτω από την επιφάνεια του νερού. Οι φυσαλίδες που ασπρίζουν όταν φυσάω τον αέρα μου και σκάνε σαν σαπουνόφουσκες.

Τα ψάρια. Που προσπαθούν να καταλάβουν για ποιόν ακριβώς λόγο οι άνθρωποι μοιράζονται το βασίλειό τους αυτήν την εποχή. Μπορεί βέβαια και να καταλαβαίνουν...

Η αίσθηση της άμμου στις πατούσες μου...

Τα κοχύλια. Τα κοσμήματα της θάλασσας, τόσο περίτεχνα που στη λεπτομέρειά τους βλέπεις τον ίδιο το Θεό.


Το κρύο δέρμα που πέφτει στο κρεβάτι  και ονειρεύεται εξωτικά μέρη και ερημικές παραλίες.



Τα βιβλία, αυτά που διαβάζεις ανενόχλητος γιατί "είναι Αύγουστος, όλοι λείπουν, δεν θα τον βρούμε τώρα, άσε, από Σεπτέμβρη".

Η αδέξιες ζωγραφιές  με τη συνοδεία αγαπημένης μουσικής. Ενίοτε και μικρότερων φίλων και αγαπημένων.

Το να γράφω κάθε μέρα ό,τι ασήμαντο και σημαντικό σκεφτώ ή ζήσω. 

Οι φωτογραφίες του τοπίου. Ακόμη και του πιο συνηθισμένου, ακόμη και αυτού που έχεις δει τόσες φορές που πια δεν σου κόβει την ανάσα.

Η μουσική. Η ταξιδιάρα, η ήρεμη, η δροσιστική. Υπάρχουν τόσα κομμάτια που ακούγονται μόνο καλοκαίρι... ή κυρίως καλοκαίρι...

Το φεγγάρι. Πάντα μυστηριώδες, κόκκινο, μεγάλο, σαν πεπόνι. 

Το πεπόνι. Η μυρωδιά του, το χρώμα του.

Και το καρπούζι...και οι γιαρμάδες...και τα πλυμένα σταφύλια σε σακουλάκι για την παραλία..

Η μυρωδιά της ψάθας...αυτής της φυσικής που ξεφτίζει και την χρησιμοποιείς για λίγο...αλλά έχει αυτή την χαρακτηριστική μυρωδιά κάτω από τον ήλιο...

Τα φθηνά αντηλιακά γύρω σου...Αυτά με το άρωμα καρύδας, αυτά από κάποιες μάρκες που χρόνια τώρα έχουν σημαδέψει τα καλοκαίρια μου.

Τα χρώματα. Τόσα χρώματα παντού: στα ρούχα, στα πόδια, στα χέρια, στη θάλασσα, στον ουρανό τον ίδιο. Το φως τα κάνει να φαίνονται τόσο έντονα σαν να γιορτάζουν.

Οι βόλτες με το αυτοκίνητο όταν δροσίζει...κατεβασμένα παράθυρα, μουσική, ταξίδι...

Τα πλυμένα ρούχα. Που στεγνώνουν αμέσως και νοιώθεις το καθαρό στο δέρμα σου να γιορτάζει κι αυτό.

Τα πλοία. Αυτή η ελαφρά ναυτία με το που πατάς στο κατάστρωμα. Οι απαίσιοι καφέδες τους και τα απαρχαιωμένα σαλόνια.  Αν δεν μπω σε πλοίο έστω και για μισή ώρα  κάθε χρόνο μοιάζει σαν να μην είναι καλοκαίρι...αλλά ένας συμβιβασμός.

Η ησυχία της πόλης τα μεσημέρια. 

Τα φώτα της πόλης τη νύχτα.

Η παγωμένη  μπύρα...με λεμόνι ή χωρίς.

Τα παγωτά, τα παγωμένα γιαούρτια, ο πάγος, το ψυγείο, η λεμονάδα...

Οι τουρίστες-αστακοί να μην εννοούν να καταλάβουν ότι ναι, η χώρα μας έχει ηλιοφάνεια και δεν αστειεύεται.

Το νερό. Σε οποιαδήποτε μορφή και χρήση.


Τόσα και τόσα και τόσα...
Κάθε φορά που πάω να κατεβώ τις σκάλες της διάθεσης αυτά τα τόσα δεν με αφήνουν...
Ίσως γι' αυτό και το Καλοκαίρι να είναι τελικά η αγαπημένη μου εποχή. Ακόμη και στην πόλη μπορείς να ταξιδέψω μια χαρά τις μέρες και τις νύχτες του...






Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Και ξαφνικά έρχεται μια  μέρα που δεν μπορείς να γράψεις. Έρχεται μια μέρα που δεν μπορείς να μιλήσεις. Και ακόμη χειρότερα αυτή που δεν μπορείς να ονειρευτείς. 
Πανικόβλητος κοιτάζεσαι στο καθρέφτη και βλέπεις ένα κενό βλέμμα. Αλλά δεν μπορείς να κάνεις κάτι.

Τότε αρχίζει μια τροχιά γύρω από σένα. Αρχίζεις να πετάς σκοινί και να προσπαθείς να βρεις το βάθος σου. Γιατί μόνο από σένα μπορείς να βρεις εσένα. 
Οι νύχτες σου είναι δροσερές και ο μέρες αφόρητες. Τα βιβλία είναι ταξίδια απαραίτητα, το  όχημα  για να ξαναβρείς τι αγαπάς και να το βάλεις σε λέξεις. Αυτές που σκάλωσαν μέσα σου και ζωγράφισαν πίνακες τρομακτικούς και συναρπαστικούς συνάμα.

Κι οι μουσικές είναι εκεί. Μαζί με το καθησυχαστικό μονότονο ενός ανεμιστήρα, μαζί με τα τζιτζίκια που κάθε χρόνο χλευάζουν την ιστοριούλα με το εργατικό μυρμήγκι υπενθυμίζοντάς μας απλά ότι ζουν τόσο όχι γιατί δεν εργάζονται αλλά γιατί αυτός είναι ο κύκλος ζωής τους. 

Κι εσύ σκέφτεσαι ότι ήρθε το καλοκαίρι και ότι πάντα αγαπάς το καλοκαίρι ακόμη και αν  δεν θα καταφέρεις να ξεπλύνεις τις αγωνίες σου σε μια παραλία   σαν αυτή που αγαπάς, την ήσυχη, τη μοναχική, με τα πολλά ψαράκια να σου φιλάνε τα πόδια, αλλά στη μπανιέρα του σπιτιού σου ακούγοντας τον ήχο του νερού, που όπως και να το κάνεις, είναι πάντα εξαγνιστικό.

Καλό καλοκαίρι, 
όπου και να ΄στε.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

"Φεύγω κι Αποχαιρετώ τα Όμορφα Τοπία"


Έψαξα όλα τα άλμπουμ μου να βρω φωτογραφία σου. 
Δυσκολεύτηκα. Δεν ήσουν άνθρωπος που του άρεσε να φωτογραφίζεται, να φαίνεται, να προβάλλεται, να λέει μεγάλα και πολλά λόγια.

Τελικά βρήκα μία που κοιτάς τη θάλασσα του αγαπημένου σου μέρους στην Κάρπαθο. 
Νέος, απείραχτος ακόμα από την αρρώστια, ο πατέρας των πρώτων χρόνων της ζωής μου. Εκείνος που δούλευε από το πρωί ως το βράδυ για να μας μεγαλώσει, να μας σπουδάσει, να έχουμε ασφάλεια. 

Θυμάμαι κάθε φορά που έμπαινες σπίτι έτρεχα να σου φέρω τις παντόφλες σου μέχρι που μπήκα στην εφηβεία και σταμάτησα.( γιατί σταμάτησα αλήθεια;...).Θυμάμαι την βαριά σου ιατρική τσάντα, την κούραση της ημέρας στο σώμα και στα μάτια σου, τη σοβαρότητά σου. Θυμάμαι που όταν φοβόμουν τις νύχτες η μαμά με έβαζε να κοιμηθώ πλάι σου. Που με χόρευες ταγκό και πατούσα στα μεγάλα πόδια σου για να ακολουθήσω. Που έπαιρνες το πόδι μου και έπαιζες δήθεν βιολί. Που με έβαλες πίσω από το τιμόνι για τα πρώτα μου  μαθήματα. Στο σεισμό που ενώ όλοι είχαν πανικοβληθεί εγώ κι εσύ κοιταχτήκαμε σε σιωπηλή επικοινωνία και  δηλώσαμε ότι απλά θέλαμε να πάμε να κοιμηθούμε μη φοβούμενοι τους μετασεισμούς.  Που μεταξύ αστείου και σοβαρού σου είπα ότι είναι άδικο να μοιάζω σε σένα και όχι στη μαμά που ήταν καλλονή...και πόσο τελικά μου άρεσε που σου έμοιασα εγώ  περισσότερο από τα τρία σου παιδιά...

Θυμάμαι τόσα...
Κι από σήμερα που αποχαιρέτησα και το σώμα σου στην τυπική διαδικασία του χριστιανικού αποχαιρετισμού όλες αυτές οι αναμνήσεις  έγιναν  πολυτιμότερες, τρυφερότερες κι οδυνηρότερες.Γιατί παρόλο αυτό το κρύο του θανάτου, το παράλογο και λογικό του κύκλου της ζωής, ποτέ δεν θα πάψω να είμαι παιδί, ένα μεγάλο έστω παιδί, που έχασε τον Έναν πατέρα του...

Με παρηγορεί μόνο  ότι πια σε εκείνη τη διάσταση που πας, όπως και να την ονομάσουμε, θα μπορείς να περπατάς, να πετάς, να μην πονάς, να μην σε τρυπάει καμία βελόνα για εξετάσεις, για ορούς, για ναρκώσεις, για τίποτα. Που αν θέλεις μπορείς να πας στο αγαπημένο σου νησί και να δεις τα μέρη σου  αυτά που είχες στερηθεί τα τελευταία χρόνια, να μυρίσεις τις μυρτιές και τα πεύκα, να βρέξεις τα  πόδια σου στη θάλασσα, να κοιτάξεις τον ορίζοντα.   Που μπορεί να έχεις ήδη συναντήσει την Ελένη που έφυγε μόλις μερικές ώρες πριν από εσένα και να τα λέτε. Που θα ξεκουραστείς.Που μπορώ να σε ξαναδώ με τα μάτια της ψυχής και της καρδιάς μου όπως σε θυμάμαι μικρή.


Στην πραγματικότητα δεν έχω λόγια να χωρέσω όλα όσα νοιώθω. Αυτά που γράφω, αυτά που μπορώ να ενσωματώσω σε γράμματα και σκέψεις μου φαίνονται τόσο φτωχά και λίγα...
Το κενό σου δεν θα αναπληρωθεί ποτέ.
Αλλά τώρα που το σκέφτομαι δεν χρειάζεται  να αναπληρωθεί.  Γιατί δεν είναι κενό. Είναι γεμάτο απ΄ όλα τα συναισθήματα, τις αναμνήσεις, τις εικόνες, τις στιγμές μαζί σου. Δεν με νοιάζει να βάλω κάτι άλλο στη θέση του. Δεν υπάρχει, τελικά, κανένας λόγος.

Απ΄όλα αυτά τα ειλικρινή συλλυπητήρια που άκουσα σήμερα μια κουβέντα άγγιξε περισσότερο την ψυχή μου:"να ξέρεις ότι αυτοί που αγαπάμε πολύ και μας αγαπούν κι αυτοί τελικά δεν φεύγουν από κοντά μας ποτέ.  Θα το δεις αν κάποια στιγμή βρεθείς σε ανάγκη και ζητήσεις τη βοήθειά τους. Θα είναι εκεί."
Είμαι σίγουρη ότι θα είσαι πάντα κοντά μας, απλά με άλλο τρόπο.




Κάθε τέλος καλοκαιριού, σε κάθε τέλος μιας κατάστασης  συνήθιζες να μας λες  κομμάτι από μια καρπάθικη μαντινάδα: "Φεύγω κι αποχαιρετώ τα όμορφα τοπία". Ήταν από τις χαρακτηριστικές σου ατάκες, μαζί με άλλες πολλές που μας άφησες παρακαταθήκη. 
Εύχομαι εκεί που πας, στα ταξίδια σου στο εξής, να βρεις εξίσου όμορφα τοπία που θα ηρεμήσουν την ψυχή σου.
Σ' ευχαριστώ που μου έδωσες το δώρο της ζωής. 
Σ' αγαπώ πολύ...
Θα ζεις για πάντα μέσα μου.

Καλό ταξίδι Πατερούλη μου...


Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

ΕΠ

 Οκτώβριος . Κομοτηνή.
 Προαύλιο παλιάς Νομικής Σχολής. Μια τσάντα στους ώμους μου, ένα φαρδύ μπουφάν,  ήδη να έχει αρχίσει το κρύο, φοιτητές.


Πρώτη ημέρα στη Σχολή. Πηγαδάκια πρωτοετών. Κάπου πρέπει να ρωτήσω.

Τρεις κοπέλες και ένα αγόρι. Κάτι συζητούν. Κάτι θέλω να μάθω. Κάτι ρωτάω. 

Ένα ζευγάρι πράσινα σπινθιροβόλα μάτια στέκονται διερευνητικά πάνω μου. Ευγενικά, χαμογελαστά, περίεργα. Κι άλλο ένα ζευγάρι γαλανά μάτια χαμένα σε ένα δικό τους σύμπαν.

Συστηνόμαστε.
Οι μετέπειτα κολλητές μου.
Οι φίλες μιας ζωής.
Βλέπω συχνά στα όνειρά μου το Σπίτι μας.
 Ένα χαμηλοτάβανο ημιισόγειο πρώην πατητήρι, με αυλίτσα,κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Τα τρένα περνούσαν τις νύχτες και με έκαναν ευτυχισμένη γιατί ονειρευόμουν ταξίδια και μέρη μακρινά.

Φαντάζομαι πως στο εξής τα όνειρά μου θα χρωματίζονται για αρκετό καιρό και με οδύνη πέρα από νοσταλγία...
Γιατί τρεις ξεκινήσαμε αλλά μείναμε δύο.

Πάλεψες έξι ολόκληρα χρόνια με τον καρκίνο. Τόσο γενναία, τόσο δυνατά, τόσο απόλυτα.Ήσουν τόσο γενναία που ντρεπόμουν για την ύπαρξή μου την ίδια αν τυχόν σε οποιαδήποτε αδιαθεσία, αδυναμία ασθένεια μου  γκρίνιαζα, υπερέβαλα, ανυπομονούσα. Έκλαψα πικρά στην πρώτη μου μαστογραφία όταν ένοιωσα ενόχληση από  την πίεση των μηχανημάτων και την ίδια στιγμή σκέφτηκα τι έχεις περάσει. 
Εσύ γελούσες.
Σχεδόν μέχρι τέλους.

Είναι τόσο τρομακτικό το κενό που αφήνεις που σαν να αδημονεί να με ρουφήξει. Τα τυπικά "δεν θα σε ξεχάσω ποτέ", "δεν φεύγεις ποτέ", "είσαι εδώ" είναι απλά γράμματα που χορεύουν  μπροστά στην οθόνη. Ο πόνος είναι μια διάσταση από μόνος του και τώρα ταξιδεύουμε όσοι σε αγαπάμε για εκεί.
Εσύ πού πας;...

 Όσο μεγαλώνω ολοένα και πιστεύω στα παράλληλα σύμπαντα.
Ίσως το "πιστεύω" να μην είναι η σωστή λέξη. Μάλλον το "νοιώθω" είναι πιο ταιριαστό. Νοιώθω τις παράλληλες διαστάσεις.Τις βιώνω με κάποιο παράξενο τρόπο καθημερινά.
Άνθρωποι αγαπημένοι που φεύγουν, χωρισμοί, διαφορετικοί δρόμοι, το ίδιο το εγώ μας πριν μερικά χρόνια, κοιταζόμαστε πολλές φορές σε φωτογραφίες και δεν ξέρουμε πού είναι αυτός ο άνθρωπος που είμαστε. 
Κι όμως είναι κάπου εκεί. Πολλές φορές 
Ναι,ζει εκεί.Μέσα σε ένα κουτί του χωροχρόνου που φαινομενικά δεν επικοινωνεί με το Τώρα, αλλά υπάρχει.

Εκεί στο σύμπαν μέσα μου θα είσαι για το δικό μου Πάντα.
Δεν σε αποχαιρετώ γιατί επειδή σε αγαπώ θα ζεις όσο ζω. 
Ξέρω πού πας. Δεν φεύγεις.
Απλά θα μου λείψεις.

Καλό ταξίδι Ελένη μου...






Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Μαζί

Δειλά δειλά, πίσω από καπνούς και καμένους κάδους απορριμάτων υπάρχει η Άνοιξη της ψυχής μας σ' αυτήν την ατέλειωτη μοιάζει πολική νύχτα της χώρας μου. 
Την υποψιαζόμαστε θαρρώ από το ροζ χρώμα στο βάθος του ορίζοντα που θυμίζει εκείνα τα καλοκαίρια, τα φλύαρα και τα υπέροχα συνάμα, που λιαζόμασταν καθώς οι pink floyd τραγουδούν στο Time, χωρίς έγνοιες και ξαφνικά δέκα χρόνια μας προστέθηκαν στην πλάτη. 
Και τελικά,  να που ήταν για πάντα εδώ οι έγνοιες.
 Τόσες όσες τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας και τα σπαθιά μας δεν είναι ακονισμένα και δεν δουλεύουμε όσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορούμε για να κόψουμε το Κακό που ξεπηδά από κάθε γωνία.


Σ' αυτή τη χώρα με τα σπασμένα πεζοδρόμια και τον πόνο που κραυγάζει βουβά στα πρόσωπα του καθενός μας με τη σιωπή και την κατήφεια, σ' αυτή τη χώρα προσπαθώ να ζήσω ακόμα. 
Και πολλοί από εσάς που την αγαπάτε όπως κι αν είναι. Και προσπαθείτε να δείτε το όμορφο, το θετικό, να στηλιτεύσετε το αρνητικό και να πάμε μπροστά όλοι.
Πόσο δύσκολο μα την αλήθεια, αλλά περιδιαβαίνοντας στα μπλογκ φίλων νοιώθω αυτό το τρυφερό συναίσθημα της ανακούφισης ότι μπορεί εγώ για λίγο καιρό να έκλεισα τη βάνα στη θετική μου διάθεση μα άλλοι εξακολουθούν να μου γεμίζουν το ντεπόζιτο με χαμόγελα ελπίδας μόνο και μόνο με το να υπάρχουν.


Η ανάρτηση αυτή γίνεται με αφορμή το μπλογκ του Spastou Petalaki και της Margo πού σχεδόν πάντα, ό,τι ζοφερό και να γράψουν φεύγω από τις σελίδες τους με ένα μικρό σπουργίτι στην καρδιά έτοιμο  να απογειωθεί.
Ευχαριστώ για την ομορφιά και την ποίηση που μοιράζεστε.Κι εσάς και πολλούς άλλους φίλους μπλόγκερς που μοιράζεστε τα εσώτερα και βοηθάτε σ' αυτή τη δύσκολη στιγμή όλους εμάς που σιωπηλά πλέον διαβάζουμε.